Αν τίποτ’ άλλο δεν κερδίσαμε, μάθαμε τουλάχιστον πως αύριο θα συναντηθούμε. Αυτό διδάσκουμε, αυτό κηρύττουμε, μην κάνοντας καθόλου κήρυγμα, γιατί όποιος λέει πως αγαπάει ό,τι αγαπάει, δεν κάνει κήρυγμα, λέει μονάχα εκείνο που δε θα μπορούσε να μην πει. Γιάννης Ρίτσος

Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2012

«Καλή μου… Καλά Χριστούγεννα!!..»

Απ' της Λαμπρινής τα πήρα...
Δεν πειράζει που της τα "μπέρδεψα", λιγάκι...

Εσείς θα την βρείτε εκεί, να την "Συγχαρείτε", να της ευχηθείτε: "Χαρούμενα Χριστούγεννα", "Ευτυχισμένος ο καινούργιος χρόνος", "Καλή επιτυχία" στα όνειρά της και στον διαγωνισμό των καλύτερων μλπογκς!

Απ' το μπερδεμένο "κλέψιμο", γιατί, πάντα υπάρχει ένα δώρο και για τον "Κλέφτη", αρκεί να είναι Άξιος, να το ξεχωρίσει!...

:

Αφιερώνω  στην φίλη
αυτό το Χριστουγεννιάτικο αφήγημα που έγραψα
με πολλή αγάπη!!!
(ένα ευχαριστώ ακόμα...
αλλά και μια αφορμή από μία εκπομπή στο ράδιο)
«Καλά Χριστούγεννα»

«Καλά Χριστούγεννα»




Ήταν πολύ κακόκεφος εκείνην την μέρα…

Από την αρχή προσπαθούσε να φτιάξει την ημέρα του κοιτώντας να χαμογελάσει στον καθρέπτη… αλλά δεν πέτυχε τίποτε… μέσα σε ένα δευτερόλεπτο το χαμόγελο είχε παγώσει και η διάθεσή του δεν είχε αλλάξει καθόλου…

Ήθελε πολλά να της πει στο τηλέφωνο, εκείνο το πρωινό…  αλλά δεν της είπε τίποτε…

Πλησιάζανε τα Χριστούγεννα, εκείνη θα έμενε στον Βόλο και αυτός είχε χάσει την  ελπίδα ότι θα την συναντούσε.

Ανειλημμένες υποχρεώσεις δεν τον άφηναν να φύγει, εκείνη,  είχε πολλές υποχρεώσεις κυρίως δύο στενούς συγγενείς βαριά αρρώστους να φροντίσει  οπότε, δεν υπήρχε περίπτωση να τα λέγανε από κοντά…

Αυτός είχε την elpida στην αρχή… ναι… Αλλά την έχασε μετά.  Έτσι ήτανε,  μία ξαφνική αρρώστια ο ένας,  μία επέμβαση ο άλλος και κάποιος έπρεπε να τους φροντίσει…

 Έτσι, χρονιάρες μέρες θα έμενε μόνος του… κι αυτό δεν του άρεσε καθόλου!

Ένα τηλέφωνο, ίσως... για τα χρόνια πολλά, τα καλά Χριστούγεννα, για ψυχρές ευχές αυτές τις γιορτινές μέρες… πόσο άσχημο του φάνηκε ακόμα και σαν σκέψη… και συνοφρυώθηκε σκεπτόμενος τι θα τις έλεγε: «Καλή μου, σε πήρα γα να σου ευχηθώ!...»

Ω, ούτε στον χειρότερο εχθρό του δεν θα το ευχόταν… Ψυχρές ευχές μέσα από ένα κινητό…  

Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς συνέβησαν τόσες ατυχίες, ήταν  σαν κάτι μαγικό να τον κρατούσε μακρυά της…

Όχι.. τίποτε δεν θα μπορούσε να γίνει τώρα…  μόνον αν την έβλεπε, αυτό  θα ήταν κάτι που επιθυμούσε περισσότερο από όλες τις ευχές των εορτών… αλλά…  

Αποφάσισε  να βγει έξω… η γιορτινή ατμόσφαιρα θα του έκανε καλό…

Βγήκε στους  δρόμους μόνον και μόνον για  να περπατήσει λίγο… για να περάσει η ώρα ως το μεσημέρι που θα πήγαινε στην δουλειά του…

Ερημιά, κλειστά μαγαζιά, κλειστές καρδιές, λίγα φώτα που είχαν ξεχαστεί από το βράδυ στα μπαλκόνια των πολυκατοικιών… τι εποχή ήταν κι αυτή!!!

Αυτός φοβόταν πολύ μην χάσει την δουλειά του… το αφεντικό του τον είχε βεβαιώσει για το αντίθετο… «Σας χρειαζόμαστε κύριε Ιωάννου, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας… οι απολύσεις, είναι για άλλους στην εταιρεία μας…»

Ευχαριστήθηκε όταν το άκουσε αυτό... ούτε που σκέφθηκε αυτούς τους «άλλους στην εταιρεία»… αυτός να ήτανε  καλά… και τι στον κόσμο!!!...

Κοιτώντας τα άδεια μαγαζιά, κάτι έσπασε μέσα του... μήπως κι αυτός δεν ήταν άδειος μέσα του… μόνος στην μεγάλη πολιτεία, μακριά από εκείνην, πώς θα περνούσε τις γιορτές;

Και τότε είδε μπροστά του ένα παιδί.. Ένα μικρό αγόρι, μόνο, στην μεγάλη λεωφόρο της Αθήνας;;.. Ποιος το είχε αφήσει;.. Μήπως είχε φύγει από το σπίτι του;;… Γύρισε δεξιά, αριστερά, δεν ήταν κανένας κοντά του.. δεν το αναζητούσε κανείς…  Και τότε σκέφθηκε και πάλι… μήπως κι αυτός δεν ήταν ένα μικρό παιδί!

Μα πώς το έπαθε και έφυγε από εκείνην;;…

Τον είχε παρακαλέσει πολλές φορές να μην φύγει... δεν την άκουσε, τα χρήματα ήταν πολλά, δεν υπήρχε περίπτωση να την ακούσει... Αυτός περίμενε μήπως αλλάξουν τα  πράγματα για να έρθει κι εκείνη στην Αθήνα, αλλά τίποτε... Τώρα; Και με αυτήν την  κρίση;;   Δεν υπήρχε περίπτωση να έρθει , ούτε κι αυτός να πάει πίσω… μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα και τότε…

Ούτε που κατάλαβε πως… είχε φθάσει στον σταθμό των λεωφορείων για την Μαγνησία, ναι, και για Βόλο είχε κάθε ώρα λεωφορείο… μπήκε μέσα, έκοψε ένα εισιτήριο… και με απλανές βλέμμα περίμενε να περάσει η ώρα για να φύγει…

Το κινητό του ήχησε, από την δουλειά τον έψαχναν,  δεν απάντησε… Είχε να απαντήσει αλλού… είχε να εξηγήσει αλλού… τον περίμενε εκείνη… να της εξηγήσει… ας περίμεναν οι άλλοι…

Εκείνο το μεσημέρι… δεν θα πήγαινε  στην δουλειά…

Όταν έφθασε το λεωφορείο στον Βολο, πήρε αμέσως ένα ταξί για να πάει πιο γρήγορα κοντά της…

 Εκείνη… στόλιζε το σπίτι …  έπρεπε να είναι  στολισμένο, για τις γιορτές… και ας μην ερχόταν κανείς … και ας μην γιόρταζε κανείς… και ας ήταν μόνη αυτήν την  φορά…

Χτύπησε το κουδούνι, δεν πήγε να ανοίξει… κανείς δεν θα ήταν, κτύπησε το τηλέφωνο, δεν το σήκωσε, κανείς δεν θα ήταν…

 Ώσπου χτύπησε η πόρτα και άκουσε την φωνή του: … «Άνοιξε καλή μου… ήρθα»… Δεν το πίστευε… του άνοιξε διάπλατα την πόρτα και τον αγκάλιασε… θα έμενε μαζύ της μόνον για λίγο… για να της ευχηθεί , μόνον για λίγο… γιατί ανειλημμένες υποχρεώσεις τον καλούσαν πίσω την ίδια εκείνην μέρα… αλλά αυτός, αυτός  για λίγο … θα της έλεγε με όλη του την αγαπη…
 «Καλή μου… Καλά Χριστούγεννα!!..»

Paraskevi Lamprini Malouxou
17/12/2012
γραμμένο για την Μαίρη Γκαζιάνη…. και την εκπομπή της... στο ράδιο με πολλή αγάπη!!!

Αφιερωμένο...

1 σχόλιο: